Οστεοπόρωση

Αιτιολογία – Ταξινόμηση - Παθογένεια - Συπτωματολογία

Η οστεοπόρωση είναι μια προοδευτική οστική νόσος που χαρακτηρίζεται από μείωση της οστικής μάζας και πυκνότητας και μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο κάταγματος. Στην οστεοπόρωση, η οστική πυκνότητα (BMD) είναι αυτή που μειώνεται.

Η οστεοπόρωση είναι χρόνια πάθηση του μεταβολισμού των οστών, κατά την οποία παρατηρείται σταδιακή μείωση της πυκνότητας και ποιότητάς τους, με αποτέλεσμα αυτά με την πάροδο του χρόνου να γίνονται πιο εύθραυστα και λεπτά. Έτσι προκαλείται αυξημένος κίνδυνος κατάγματος (σπασίματος) των οστών, καθώς μειώνεται η ανθεκτικότητα και η ελαστικότητά τους.

Αιτιολογία Οστεοπόρωσης - Ταξινόμηση.

Η Οστεοπόρωση είναι δυνατό να διαιρεθεί σε δύο κατηγορίες: Τη γενικευμένη μορφή και την τοπική μορφή. Η γενικευμένη μορφή υποδιαιρείται σε πρωτοπαθή και δευτεροπαθή Οστεοπόρωση.

Στην πρωτοπαθή οστεοπόρωση ανήκουν:

α) Η μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση,

β) Η γεροντική οστεοπόρωση και

γ) Η ιδιοπαθής οστεοπόρωση, που εμφανίζεται σε αγόρια και κορίτσια στην εφηβική ηλικία, αλλά και σε νεαρούς ενήλικες άνδρες και γυναίκες και έχει σχετικά περιορισμένη χρονική διάρκεια.

Η Δευτεροπαθής Οστεοπόρωση προκαλείται πάντοτε από συγκεκριμένη πάθηση, όπως η νόσος του Cushing, ο διαβήτης, ο υπερπαραθυρεοειδισμός, η χρήση κορτικοειδών, η δρεπανοκυτταρική αναιμία, το πολλαπλούν μυέλωμα, η παρατεταμένη ακινητοποίηση, κ.ά.

Η Τοπική μορφή οστεοπόρωσης: Σ' αυτήν ανήκουν η οστεοπόρωση μετά από ακινητοποίηση καταγμάτων, η οστεοπόρωση ή οστική ατροφία Sudeck (αλγοδυστροφία), η ιδιοπαθής παροδική οστεοπόρωση μιας άρθρωσης, κυρίως του ισχίου κ.ά.

Τα σημεία και συμπτώματα

Η οστεοπόρωση είναι μια διαταραχή που σχετίζεται συχνά με την ηλικία και προκαλεί τη σταδιακή απώλεια της οστικής πυκνότητας και δύναμης. Όταν επηρεάζονται για παράδειγμα οι σπόνδυλοι του θώρακος, μπορεί να υπάρχει μια σταδιακή κατάρρευση των σπονδύλων. Αυτό οδηγεί σε κύφωση, δηλαδή υπερβολική καμπυλότητα (΄΄καμπούρα ΄΄) της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης.

Η ίδια η οστεοπόρωση ΔΕΝ προκαλεί κανένα σύμπτωμα ,κύρια συνέπειά της όμως είναι ο αυξημένος κίνδυνος για κατάγματα των οστών. Τα οστεοπορωτικά κατάγματα συμβαίνουν σε περιπτώσεις όπου υγιείς άνθρωποι δεν θα έπρεπε κανονικά να έχουν υποστεί κάταγμα, θεωρούνται ως εκ τούτου κατάγματα ευθραυστότητας. Τυπικά κατάγματα ευθραυστότητας συμβαίνουν στη σπονδυλική στήλη , το ισχίο και τον καρπό.

Κατάγματα

Τα κατάγματα είναι η πιο επικίνδυνη πτυχή της οστεοπόρωσης.Τα πιο συνηθισμένα είναι τα οστεοπορωτικά κατάγματα του καρπού, της σπονδυλικής στήλης, των ώμων και του ισχίου. Τα συμπτώματα της σπονδυλικής κατάρρευσης (« συμπιεστικό κάταγμα ») είναι ξαφνικός πόνος στην πλάτη , σπάνια με συμπίεση του νωτιαίου μυελού ή σύνδρομο ιππουρίδος . Πολλαπλά σπονδυλικά κατάγματα οδηγούν σε κύφωση, απώλεια ύψους και χρόνιο πόνο με επακόλουθη μείωση της κινητικότητας. Κατάγματα των μακρών οστών έντονα βλάπτουν την κινητικότητα και μπορεί να απαιτούν χειρουργική επέμβαση.

Παράγοντες κινδύνου Οστεοπόρωσης

Κύριοι παράγοντες κινδύνου είναι:

  • Η ελαττωμένη κορυφαία οστική μάζα και
  • Ο αυξημένος ρυθμός οστικής απώλειας.

Δευτερεύοντες παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση οστεοπόρωσης είναι:

  • Εμμηνόπαυση στις γυναίκες. Φυσιολογική ή μετά χειρουργική αφαίρεση των ωοθηκών, λόγω ελάττωσης του επιπέδου των οιστρογόνων.
  • Χρόνια ανεπαρκής πρόσληψη ασβεστίου αλλά και ανεπαρκής απορρόφησή του από το έντερο και καθήλωσή του στα οστά (κυρίως λόγω έλλειψης βιταμίνης D).
  • Ο περιορισμός της φυσιολογικής κίνησης (βάδισμα, τρέξιμο), που είναι αποτέλεσμα της μηχανοποίησης της ζωής μας και στερεί το μυοσκελετικό σύστημα από το σπουδαιότερο ερέθισμα που συμβάλλει στη διάπλαση και ανακατασκευή του σκελετού σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Η υπερβολική εντούτοις άσκηση σε νέα κορίτσια, αθλήτριες, μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια με αποτέλεσμα ελάττωση τις οστικής πυκνότητας.
  • Αυξημένη κατανάλωση πρωτεϊνών (κρεατοφαγία), διότι αυξάνει την αποβολή ασβεστίου από τα ούρα. Είναι ένας από τους παράγοντες που εξηγεί τη μεγαλύτερη συχνότητα οστεοπόρωσης στις χώρες της Δύσης.
  • Το κάπνισμα. Υπάρχουν σήμερα σαφείς ενδείξεις ότι σε καπνίστριες γυναίκες (και άνδρες) ο ρυθμός οστικής απώλειας είναι αυξημένος με αποτέλεσμα αυξημένη συχνότητα καταγμάτων στους σπονδύλους. Το τελευταίο πιθανώς οφείλεται σε: α) επιτάχυνση καταστροφής των οιστρογόνων στις γυναίκες, β) ελάττωση της δραστηριότητας των οστεοβλαστών γ) πρόωρη εμμηνόπαυση και δ) αγγειοσύσπαση και μείωση παροχής αίματος στους σπονδύλους.
  • Κατάχρηση οινοπνευματωδών ποτών συνδυάζεται πολύ συχνά με οστεοπόρωση τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες. Αυτό οφείλεται πιθανώς σε άμεση τοξική δράση του οινοπνεύματος πάνω στους οστεοβλάστες καθώς και στην ελάττωση της απορρόφησης του ασβεστίου από το έντερο, επειδή το οινόπνευμα επηρεάζει τον μεταβολισμό της βιταμίνης D.
  • Κατάχρηση καφέ, τσαγιού, επειδή προκαλούν ασβεστιουρία.
  • Το φύλο. Η οστεοπόρωση είναι συχνότερη στις γυναίκες παρά στους άνδρες.
  • Η φυλή. Παρατηρείται συχνότερα στους λευκούς παρά στους μαύρους, επειδή οι τελευταίοι έχουν μεγαλύτερη οστική μάζα.
  • Οικογενής προδιάθεση. Υπάρχουν οικογένειες με πολλά μέλη που πάσχουν από οστεοπόρωση χωρίς να διαπιστώνεται παθολογική αιτία.
  • Ιδιοσυστασία. Η οστεοπόρωση είναι συχνότερη σε μικρόσωμες λεπτές γυναίκες, με ξανθά μαλλιά και λεπτή επιδερμίδα. Σπάνια παρατηρείται σε παχύσαρκες γυναίκες. Το αυξημένο σωματικό βάρος ελαττώνει το ρυθμό οστικής απώλειας, α) λόγω μηχανικής επιβάρυνσης της σπονδυλικής στήλης και των κάτω άκρων και β) επειδή μεγάλες ποσότητες λίπους συμβάλλουν στη μετατροπή των επινεφριδιακών ανδρογόνων σε οιστρογόνα.
  • Συνθήκες έλλειψης βαρύτητας. Η παρατήρηση της σημασίας της βαρύτητας έγινε στους αστροναύτες, οι οποίοι είχαν οστική απώλεια της τάξεως του 1 % την εβδομάδα, παρά τις πολλές άλλες δραστηριότητές τους και την επαρκή πρόσληψη ασβεστίου.

Η οστεοπόρωση βασικά προκαλείται από τη διαταραχή στην ισορροπία ανάμεσα στην παραγωγή οστού και την οστική αποδόμηση που συνεχίζεται δια βίου στον ανθρώπινο σκελετό. Φυσιολογικά η οστική μάζα (πυκνότητα) αυξάνεται προοδευτικά όσο ο σκελετός αναπτύσσεται και εξακολουθεί να αυξάνεται μέχρι την ηλικία των 35 περίπου ετών, οπότε φθάνει στο μέγιστο επίπεδο. Η κορυφαία αυτή οστική μάζα (peak bone mass) επηρεάζεται σημαντικά από τη διατροφή, το φύλο, τη φυλή, τη μυϊκή άσκηση και βεβαίως τη φυσιολογική λειτουργία των διαφόρων οργάνων του σώματος. Έτσι η κορυφαία οστική μάζα στους άνδρες είναι 20-30% μεγαλύτερη αυτής των γυναικών και 10-20% μεγαλύτερη στη μαύρη φυλή σε σχέση προς τη λευκή. Μετά την ηλικία των 35 περίπου ετών αρχίζει βαθμιαία απώλεια οστικής μάζας που αποτελεί φυσιολογικό φαινόμενο και συνεχίζεται με διακυμάνσεις σε όλη την υπόλοιπη ζωή. Ο ρυθμός απώλειας είναι αρχικά ίδιος στους άνδρες και στις γυναίκες και κυμαίνεται από 0,3-0,5% το χρόνο. Το φυσιολογικό αυτό ρυθμό απώλειας ακολουθεί στις γυναίκες φάση επιταχυνόμενης οστικής απώλειας της τάξεως του 2-3% το χρόνο, που αρχίζει στην περίοδο της εμμηνόπαυσης και συνδέεται στενά με την ελάττωση του επιπέδου των οιστρογόνων στο αίμα. Η φάση αυτή σύμφωνα με τις υπάρχουσες μέχρι σήμερα γνώσεις διαρκεί 6-10 χρόνια, οπότε επανέρχεται σε βραδύ ρυθμό οστικής απώλειας που φθάνει το 0,3-0,5%. Σε μερικές γυναίκες (20%) ο ρυθμός οστικής απώλειας είναι μεγαλύτερος του 3% (έως 7%) (fast bone loosers). Στις γυναίκες αυτές η οστεοπόρωση πρέπει έγκαιρα να διαγνωσθεί και να αντιμετωπισθεί. Όταν η κορυφαία οστική μάζα (πυκνότητα) είναι μεγάλη και ο ρυθμός οστικής απώλειας φυσιολογικός, δε δημιουργείται οστεοπόρωση. Οστεοπόρωση δημιουργείται, όταν η οστική μάζα ενός ατόμου που φθάνει το μέγιστο στην ηλικία των 35 περίπου ετών είναι χαμηλή ή όταν ο ρυθμός οστικής απώλειας είναι αυξημένος ή υπάρχει συνδυασμός και των δύο. Γι' αυτό η φιλοσοφία της σύγχρονης αντιμετώπισης της οστεοπόρωσης συγκεντρώνεται στους δύο αυτούς στόχους, δηλαδή τη μεγιστοποίηση της κορυφαίας οστικής μάζας (πρωτογενής πρόληψη) και την ελαχιστοποίηση των οστικών απωλειών (δευτερογενής πρόληψη). Τελευταία φαίνεται ότι εκτός από το επίπεδο της οστικής μάζας σημασία έχει και η ποιότητα του οστού στη μάζα που μένει.

Ιατρικές παθήσεις - Φάρμακα

Πολλές ασθένειες αλλά και φάρμακα έχουν συνδεθεί με την οστεοπόρωση Υπογοναδικές καταστάσεις μπορούν να προκαλέσουν δευτερογενή οστεοπόρωση. Αυτές περιλαμβάνουν το σύνδρομο Turner , το σύνδρομο Klinefelter, το σύνδρομο Kallmann , τη νευρογενή ανορεξία , την ανδρόπαυση , την υποθαλαμική αμηνόρροια και την υπερπρολακτιναιμία . Στις γυναίκες, η επίδραση του υπογοναδισμού οδηγεί σε ανεπάρκεια οιστρογόνων.

Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος που μπορεί να προκαλέσει την απώλεια των οστών περιλαμβάνουν το σύνδρομο Cushing ,τον υπερπαραθυρεοειδισμό , τη θυρεοτοξίκωση , τον υποθυρεοειδισμό , το σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και 2, τη μεγαλακρία και την επινεφριδική ανεπάρκεια. Η κύηση και γαλουχία μπορεί να προκαλέσουν αναστρέψιμη απώλεια οστικής μάζας.

Υποσιτισμός, παρεντερική διατροφή και δυσαπορρόφηση μπορεί να οδηγήσουν σε οστεοπόρωση. Γαστρεντερικές διαταραχές που μπορεί να προδιαθέτουν για οστεοπόρωση περιλαμβάνουν την κοιλιοκάκη , την νόσο του Crohn, την ελκώδη κολίτιδα , την κυστική ίνωση , την δυσανεξία στη λακτόζη, την όποια χειρουργική επέμβαση (μετά γαστρεκτομή , εντερική χειρουργική επέμβαση παράκαμψης ή την εντερεκτομή ) και την σοβαρή ηπατική νόσο (ιδιαίτερα η πρωτοπαθή χολική κίρρωση ). Οι ασθενείς με βουλιμία μπορεί επίσης να αναπτύξουν οστεοπόρωση. Εκείνοι, με μια κατά τα άλλα επαρκή πρόσληψη ασβεστίου μπορεί να αναπτύξουν οστεοπόρωση, λόγω της αδυναμίας να απορροφηθεί το ασβέστιο και / ή βιταμίνη D. Άλλα μικροθρεπτικά στοιχεία, όπως η ανεπάρκεια βιταμίνης Κ ή βιταμίνης Β 12 μπορούν επίσης να έχουν δυσμενή επίδραση.

Ασθενείς με ρευματολογικές διαταραχές όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η πολυαρθρική νεανική ιδιοπαθή αρθρίτιδα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης, είτε ως μέρος της ασθένειας τους, ή λόγω άλλων παραγόντων κινδύνου (κυρίως θεραπεία με κορτικοστεροειδή). Συστηματικές ασθένειες, όπως η αμυλοείδωση και η σαρκοείδωση μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε οστεοπόρωση.

Νεφρική ανεπάρκεια μπορεί να οδηγήσει σε οστεοδυστροφία.

Αιματολογικές διαταραχές που συνδέονται με την οστεοπόρωση είναι το πολλαπλούν μυελώμα, το λέμφωμα και η λευχαιμία , η μαστοκυττάρωση , η αιμορροφιλία , η δρεπανοκυτταρική αναιμία και η θαλασσαιμία.