Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μεταβολική ασθένεια η οποία χαρακτηρίζεται από αύξηση της συγκέντρωσης του σακχάρου στο αίμα (υπεργλυκαιμία) και διαταραχή του μεταβολισμού της γλυκόζης, είτε ως αποτέλεσμα ελαττωμένης έκκρισης ινσουλίνης είτε λόγω ελάττωσης της ευαισθησίας των κυττάρων του σώματος στην ινσουλίνη. Βασική προϋπόθεση όμως είναι η βλάβη του παγκρέατος και η μειωμένη έκκριση ινσουλίνης από αυτό ή η απόλυτη έλλειψη έκκρισης ινσουλίνης. Οι κύριοι τύποι σακχαρώδους διαβήτη είναι ο διαβήτης τύπου 1, ο διαβήτης τύπου 2 και ο διαβήτης της κύησης.

Ο ασθενής με διαβήτη παρουσιάζει ανεξήγητη απώλεια βάρους, πολυουρία, μεγάλη δίψα, καταβολή των δυνάμεων και σε σοβαρές περιπτώσεις σύγχυση, λήθαργο και μπορεί να πέσει σε κώμα. Όταν οι τιμές του σακχάρου αίματος δεν είναι υψηλές, δηλαδή 126- 180 mg/dl, o ασθενής δεν παρουσιάζει συμπτώματα και η διάγνωση μπαίνει με απλή εξέταση αίματος.

Ο σακχαρώδης διαβήτης έχει χρόνια πορεία και μπορεί να προκαλέσει μια σειρά σοβαρών επιπλοκών, όπως καρδιαγγειακή νόσο (έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό, περιφερική αγγειοπάθεια), χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, βλάβες του αμφιβληστροειδούς, βλάβες των νεύρων, στυτική δυσλειτουργία, κ.ά. Η καλή ρύθμιση του σακχάρου μπορεί να αποτρέψει την εμφάνιση αυτών των επιπλοκών. Πρωτεύοντα ρόλο στη θεραπεία του σακχαρώδους διαβήτη παίζει η χορήγηση ινσουλίνης. Σε πιο ήπιες περιπτώσεις μπορούν να χορηγηθούν αντιδιαβητικά χάπια. Ακρογωνιαίος λίθος της θεραπείας του Διαβήτη είναι η σωστή διατροφή, δεν επαρκούν μόνο τα φάρμακα.